04. Η συνάρτηση ζήτησης

ταν μελετάμε τις μεταβολές στις ζητούμενες ποσότητες ενός προϊόντος σε συνάρτηση με τη μεταβολή της τιμής του, υποθέτουμε ότι όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τη ζήτηση του προϊόντος παραμένουν αμετάβλητοι. Αυτή η θεμελιώδης παραδοχή στην οικονομία εκφράζεται με τον λατινικό όρο "ceteris paribus", που σημαίνει: "τα άλλα ίσα ή σταθερά". Η χρήση αυτής της υπόθεσης μας επιτρέπει να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στη σχέση μεταξύ τιμής και ζητούμενης ποσότητας, απομονώνοντας την επίδραση των άλλων παραγόντων.

Η παραδοχή του "ceteris paribus" είναι κρίσιμη για την ανάλυση, διότι μας δίνει τη δυνατότητα να μελετήσουμε τη συμπεριφορά των καταναλωτών με απλότητα και ακρίβεια. Μας επιτρέπει να εξετάσουμε πώς η τιμή ενός προϊόντος επηρεάζει τη ζήτηση του, ενώ θεωρούμε ότι παράγοντες όπως:

όπως:

  • Οι προτιμήσεις των καταναλωτών,
  • Το εισόδημά τους,
  • Η τιμή των υποκατάστατων ή συμπληρωματικών προϊόντων,
  • Οι προσδοκίες για μελλοντικές τιμές,
  • Ο αριθμός των αγοραστών,

παραμένουν αμετάβλητοι.

Βάσει αυτής της παραδοχής, μπορούμε να παραστήσουμε τη σχέση μεταξύ ζητούμενης ποσότητας (`Q_d`) και τιμής (`P`) ενός προϊόντος μέσω μιας συνάρτησης ζήτησης. Η συνάρτηση αυτή έχει τη γενική μορφή:

`Q_D = f(P)`

Η συνάρτηση ζήτησης μας δείχνει πώς η ζητούμενη ποσότητα ενός αγαθού εξαρτάται από την τιμή του, υποθέτοντας ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες παραμένουν σταθεροί. Στο διάγραμμα που απεικονίζει τη συνάρτηση αυτή, η αρνητική κλίση υποδεικνύει την αντίστροφη σχέση μεταξύ τιμής και ζητούμενης ποσότητας, σύμφωνα με τον νόμο της ζήτησης.

Η γραφική απεικόνιση της συνάρτησης ζήτησης είναι γνωστή ως καμπύλη ζήτησης. Αυτή η καμπύλη εκφράζει την ποσοτική σχέση μεταξύ της τιμής ενός προϊόντος και της ζητούμενης ποσότητας, υποθέτοντας ότι όλοι οι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τη ζήτηση παραμένουν σταθεροί (ceteris paribus).

Η συνάρτηση ζήτησης μπορεί να πάρει διάφορες αλγεβρικές μορφές, ανάλογα με το πώς εκφράζεται η σχέση μεταξύ τιμής και ποσότητας. Θα εξετάσουμε δύο βασικές και απλές μορφές συναρτήσεων:

Γραμμική Συνάρτηση Ζήτησης

Μια από τις πιο απλές μορφές συνάρτησης ζήτησης είναι η γραμμική, η οποία εκφράζεται ως εξής:

`Q_d = a + b P`

, όπου

  • `Q_d`: Η ζητούμενη ποσότητα
  • `P`: Τιμή του προϊόντος
  • `a`: Σταθερά που αντιπροσωπεύει τη μέγιστη ζητούμενη ποσότητα όταν P=0
  • `b`: Ο συντελεστής που εκφράζει τη μεταβολή της ζητούμενης ποσότητας, όταν αλλάζει η τιμή (b<0)

Η γραμμική μορφή έχει αρνητική κλίση, δείχνοντας την αντίστροφη σχέση μεταξύ τιμής και ζητούμενης ποσότητας, όπως ορίζει ο νόμος της ζήτησης. Αξίζει να τονίσουμε ότι για κάθε μεταβολή στην τιμή, η ζητούμενη ποσότητα μεταβάλλεται κατά σταθερό ποσό.

Ισοσκελής Υπερβολή

Μια ενδιαφέρουσα και συχνά χρησιμοποιούμενη μορφή συνάρτησης ζήτησης είναι η ισοσκελής υπερβολή, η οποία έχει τη μορφή:

 `Q_d = {k}/{P}`

,όπου

  • `Q_d`: Ζητούμενη ποσότητα
  • `P`: Τιμή του προϊόντος
  • `k`: Σταθερά που εξαρτάται από άλλους προσδιοριστικούς παράγοντες (εισόδημα, προτιμήσεις κλπ)

Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ισοσκελούς υπερβολής είναι ότι το γινόμενο `P \times Q_d` (η συνολική δαπάνη του καταναλωτή) παραμένει σταθερή και ίση με `k`. Αυτό σημαίνει ότι ο καταναλωτής προσαρμόζει τη ζητούμενη ποσότητα με τρόπο που να διατηρεί σταθερό το ποσό που ξοδεύει στο προϊόν. Η γραφική απεικόνιση αυτής της συνάρτησης είναι μια καμπύλη με σχήμα ισοσκελούς υπερβολής, που πλησιάζει τους άξονες `P` και `Q_d` χωρίς να τους τέμνει.